Συγκλονιστικές εξελίξεις στην υπόθεση της Άννυ! Ο άνθρωπος κλειδί σπάει την σιωπή του!

80

Δύο φορές ζήτησαν οι αξιωματικοί της αστυνομίας να φύγουν οι κάμερες από την αίθουσα όπου θα έκαναν την επίσημη ενημέρωση γύρω από τη δολοφονία και την εξαφάνιση του πτώματος της 4χρονης Άννυ από τον πατέρα της. Ο λόγος; Οι περιγραφές γύρω από τις συνθήκες που έγινε το έγκλημα και τα όσα στη συνέχεια διέπραξε ο πατέρας και δολοφόνος του μικρού κοριτσιού ήταν σοκαριστικά, ακόμη και για τους έμπειρους αξιωματικούς.

Οι τελευταίες ημέρες της 4χρονης Άννυ στο υπόγειο της Μιχαήλ Βόδα έμοιαζαν με μαρτύριο. Είχε έρθει στην Ελλάδα να μείνει με τους γονείς της στα τέλη Φεβρουαρίου, αφού τα πρώτα 3,5 χρόνια της ζωής της τα πέρασε στο σπίτι των γονιών της Ντιμιτρίνα, της μητέρας της, στη Βουλγαρία. Η 25άχρονη έλειπε στο Βερολίνο από τις 20 Μαρτίου, όπου είχε επισκεφτεί ένα φίλο της, κι εκείνη, αφού πρώτα πέρασε κάποιες εβδομάδες στο σπίτι της άλλης γιαγιάς, στο Ρέντη, επέστρεψε στον πατέρα της, Στάνισλαβ Μπακαρτζίεφ.

Ο 27χρονος Βούλγαρος βιαιοπραγούσε εναντίον της κόρης του συχνά, ενώ συνήθιζε να την κάνει μπάνιο με κρύο νερό. Αλλά τα κλάματα της μικρής δεν φαίνονταν να συγκινούν ούτε τον ίδιο, ούτε και κανέναν από τους ενοίκους της πολυκατοικίας. Ήταν σε όλους τους γνωστή η βίαιη συμπεριφορά του εθισμένου στις ναρκωτικές ουσίες. Η μοιραία στιγμή για την Άννυ έμοιαζε αναπόφευκτη, αφού η επιβίωση σε ένα απάνθρωπο περιβάλλον ήταν αδύνατη. Το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής η Άννυ ήταν νεκρή. Κυνικός, απαθής, αδίστακτος, ο Μπακαρτζίεφ αποφάσισε πως έπρεπε να εξαφανίσει την κόρη του. Πήρε μια πλαστική λεκάνη και άρχισε να τεμαχίζει και να πολτοποιεί το πτώμα. Κρέμασε πετσέτες στα παράθυρα για να μη βγαίνουν οι υδρατμοί και πέταξε σε μια κατσαρόλα τα πολτοποιημένα μέλη, μαζί με ρύζι, πατάτες και κρεμμύδια. Επί τρεις ημέρες έβραζε και πετούσε τα μαγειρεμένα μέλη – άλλα στη λεκάνη της τουαλέτας, άλλα σε διάφορους κάδους της γειτονιάς, διπλωμένα σε αλουμινόχαρτο ή μέσα σε πλαστικές σακούλες απορριμμάτων για να μοιάζουν με αποφάγια.

Παράλληλα, προσπαθούσε να καθαρίσει το πλημμυρισμένο με αίματα και αποδεικτικά στοιχεία σπίτι. Πέταξε ό,τι είχε απομείνει από το πτώμα της κόρης του στο σιφόνι της τουαλέτας, αγόρασε ειδικά καθαριστικά, έτριψε τα σιφόνια και τις σωληνώσεις, ενώ κάποιες τις ξήλωσε εντελώς για να τις αντικαταστήσει. Πέταξε ακόμη και τις κουβέρτες και τα χαλιά που έσταζαν αίμα και αγόρασε νέο οικιακό εξοπλισμό. Θεωρώντας πως έχει εξαφανίσει κάθε στοιχείο που θα μπορούσε να τον υποδεικνύει ως δολοφόνο του παιδιού του, ο Μπακαρτζίεφ κάλεσε τον κολλητό του φίλο και συμπατριώτη, Νικολάι, στο σπίτι του. Σε εκείνον εκμυστηρεύτηκε τα πάντα, αφού πρώτα έκαναν χρήση ναρκωτικών ουσιών. Ημέρες αργότερα, εγκατέλειψε το υπόγειο και έμενε πότε στο σπίτι της μητέρας του και πότε σε φτηνά ξενοδοχεία στο Μεταξουργείο. Είχε ήδη πουλήσει το καρότσι και την κούνια για 55 ευρώ σε κάποιο Ρουμάνο που δούλευε σε ένα μαγαζί στη γειτονιά.

Με την επιστροφή της στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου, η μητέρα της Άννυ, Ντιμιτρίνα, έμαθε από το σύζυγό της πως η κόρη της είχε εξαφανιστεί τη 19η Απριλίου, την ώρα που εκείνος κοιμόταν. Ο Μπακαρτζίεφ άλλαζε συνεχώς ιστορίες, το ίδιο έκανε και η μητέρα, όταν αργότερα ήρθε σε επαφή με το Χαμόγελο του Παιδιού. Η «εξαφάνιση» πήρε μεγάλη δημοσιότητα. Ήταν ξεκάθαρο πως το ζευγάρι κάτι έκρυβε, αφού έπεφταν συνεχώς σε αντιφάσεις ή άλλαζαν εντελώς τα δεδομένα της εξαφάνισης στις καταθέσεις τους στην αστυνομία. Τη Δευτέρα 4 Μαΐου η αστυνομία προχώρησε στη σύλληψη του ζευγαριού, με τον 27χρονο να θεωρείται υπεύθυνος για το θάνατο και την εξαφάνιση της σορού της κόρης τους, ενώ η μητέρα για έκθεση ανηλίκου σε κίνδυνο που προκάλεσε το θάνατό του. Το «κλειδί» για να ανοίξει η πόρτα του υπογείου της Μιχαήλ Βόδα έδωσε ο κολλητός φίλος του Μπακαρτζίεφ, Νικολάι, που ομολόγησε τα πάντα στους αστυνομικούς του τμήματος Δίωξης Ανθρωποκτονιών Θεσσαλονίκης, που είχαν μεταβεί στη Βουλγαρία για να του πάρουν κατάθεση. Στο μοιραίο υπόγειο άντρες της Σήμανσης βρήκαν ίχνη από αίμα που ανήκε στην Άννυ σε πολλά σημεία, αλλά τα σύνεργα που χρησιμοποιήθηκαν για τον τεμαχισμό της Άννυ δεν εντοπίστηκαν, αφού ο 27χρονος είχε φροντίσει να τα ξεφορτωθεί.

Ο Στάνισλαβ Μπακαρτζίεφ δεν παραδέχτηκε πως σκότωσε την 4χρονη κόρη του. Υποστήριξε πως το κοριτσάκι ήταν άρρωστο, πως τη βρήκε νεκρή και πως αποφάσισε να την εξαφανίσει, γιατί πίστευε πως η Ντιμιτρίνα, η μητέρα της 4χρονης, θα τον εγκατέλειπε αν μάθαινε πως το παιδί πέθανε στα χέρια του. Ο ίδιος ήταν αμετανόητος, ψυχρός και απόμακρος. «Το μόνο που θέλω είναι ένα φραπέ γλυκό, ψωμί και να με πας για τη δόση μου» είπε σε αστυνομικό.

Αυτό που προξενεί εντύπωση είναι πώς ένας τόσο συναισθηματικά ασταθής χαρακτήρας, χρόνιος χρήστης ναρκωτικών, τεμάχισε με κυνισμό και μεθοδικότητα, προσπάθησε να εξαφανίσει όλα εκείνα τα στοιχεία που θα οδηγούσαν τις Αρχές στον ίδιο και στη συνέχεια εμφανίστηκε να αγωνιά, στο πλευρό της μητέρας.

Το People ζήτησε από τον ψυχίατρο Δημήτρη Σούρα να σκιαγραφήσει το προφίλ του πατέρα: «Αυτό το πράγμα είναι μοναδικό. Είναι πρωτοφανές στα παγκόσμια δεδομένα. Δεν μπορώ να το εξηγήσω γιατί αφενός δεν τον έχω εξετάσει ποτέ και δεν ξέρω το χαρακτήρα και την προσωπικότητά του. Κάποιος που θα ασχοληθεί επιμελώς μαζί του μπορεί να τον περιγράψει. Δεύτερον, επειδή δεν έχει υπάρξει ξανά αυτό το πράγμα. Ξεφεύγει από τα όρια. Τον βγάζεις ψυχοπαθητικό; Ναι, μπορεί να σκοτώσει. Τον βγάζεις δολοφόνο; Ναι. Αλλά μετά; Όλα τα άλλα; Η ψυχραιμία; Η τελετουργία; Αυτό όλο που έγινε συνέβη σε τρεις ημέρες. Και μετά πήγε και τα εξομολογήθηκε όλα σε ένα φίλο του, αφού πήραν πρέζα πρώτα. Δεν είναι ο serial killer που έχει μελετηθεί και ξαναμελετηθεί. Δεν είναι ο παρανοϊκός δολοφόνος που σκοτώνει με συγκεκριμένο τρόπο. Εδώ έχουμε κάτι τελείως πρωτόγνωρο».

O ψυχίατρος Δημήτρης Σούρας διηγείται στο People:
«Ο Σταύρος Γεωργίου είχε αναλάβει δικηγόρος του πατέρα της Άννυ, όταν αστυνομικοί είχαν βρει τέσσερα ψυχιατρικά σκευάσματα πάνω του χωρίς ψυχιατρική συνταγή και με ήθελε τεχνικό σύμβουλο για την ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη. Μου είπε πως είναι ένα ζευγάρι παράξενο, πως ο πατέρας είναι χρήστης ουσιών και δέρνει τη μητέρα. Μου ζήτησε μάλιστα να τον δω, γιατί δεν τον έπειθαν τα όσα υποστήριζε. Το απόγευμα της Δευτέρας ήταν προγραμματισμένο το πρώτο ραντεβού με τον πατέρα, αλλά συνελήφθη και ομολόγησε. Το ίδιο απόγευμα μου τηλεφωνεί ο Γεωργίου και μου ζητάει να δω τη μητέρα της Άννυ. Έφτασα δεκαπέντε λεπτά αφότου ο Γεωργίου τής είχε ανακοινώσει πως η κόρη της ήταν νεκρή και δολοφόνος ήταν ο πατέρας. Εκεί είδα μπροστά μου μια γυναίκα καταβεβλημένη, αποπροσανατολισμένη… Δεν ήξερε καν πού βρισκόταν. Μιλούσε πότε στο σκυλάκι που κρατούσε στο ένα χέρι και πότε σε μια φωτογραφία της Άννυ που είχε στο κινητό της και το κρατούσε στο άλλο χέρι. Δεν κατάλαβε τίποτε από όσα της είπα. Είχε άρνηση. Μου έλεγε “Περιμένω το παιδί μου να έρθει αύριο να μιλήσουμε. Οπωσδήποτε θα μου φέρει ο άντρας μου το παιδί μου”. Την αντιμετώπισα φαρμακευτικά και σε είκοσι λεπτά που άνοιξα την πόρτα του δωματίου όπου την έβαλα να κοιμηθεί εκείνη ακόμη μιλούσε στη φωτογραφία της Άννυ που είχε στο κινητό της νανουρίζοντας το σκυλάκι.

Ο ανθρώπινος πόνος έχει πολλές εκφάνσεις. Μπορεί να εκφράζεται με φωνές και ουρλιαχτά, χειρονομίες. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει και ο ανθρώπινος πόνος που εκδηλώνεται με την απόλυτη σιωπή, το απλανές βλέμμα και με χαρακτηριστικά που φανερώνουν πως ο άνθρωπος δεν ζει στο χρόνο που ζούμε. Είναι χαμένος. Τέτοια ήταν η περίπτωση της μητέρας της Άννυ. Τη ρώτησα αν ο άντρας της έπαιρνε ψυχιατρικά φάρμακα και μου απάντησε “ποτέ”. Μου είπε πως ήταν χρήστης ουσιών και βίαιος.

Στο κρατητήριο της ΓΑΔΑ, όταν πήγαμε αργότερα, εξακολουθούσε να είναι στην ίδια κατάσταση. Το ίδιο βράδυ, στις 23.30, της είπα τα πάντα σχετικά με την υπόθεση. Τα πάντα, με κάθε λεπτομέρεια. Τότε ήταν που τα έμαθε όλα. Είχε αντίληψη, αν και φαινόταν χαμένη. “Ένα κομμάτι της θα βρούμε να θάψω;” με ρώτησε. Της απάντησα πως δεν το ξέραμε, “αλλά αυτό που με ενδιαφέρει είναι να πενθήσεις, να στενοχωρηθείς και να θυμώσεις”. Και μάλιστα χτύπησα τόσο δυνατά το χέρι μου, που ήρθαν όλοι οι αστυνομικοί του ορόφου. Έβαλα τις φωνές για να την κάνω να συνέλθει. Ονομάζεται κατακλυσμιαία μέθοδος αυτή: Βάζεις τον άλλον αντιμέτωπο με την αλήθεια, για να τον κάνεις να συνέλθει. Και έπιασε. Συνήλθε αμέσως. Φώναζε “τι μου λέτε, τι είναι αυτά;”, μισά βουλγάρικα, μισά ελληνικά. Ενεργοποίησα το συναίσθημά της. Παρ’ όλα αυτά, έχω ερωτήματα και αμφιβολίες.

Από τη συμπεριφορά της φαίνεται πως η γυναίκα δεν ήξερε τίποτε. Αν όλος αυτός ο πόνος που φαίνεται να νιώθει δεν είναι θέατρο –που αν είναι, θα το καταγγείλω και θα φύγω–, τότε αυτή είναι μια γυναίκα που μπορεί να αναπτύξει ψυχική νόσο, ακόμη και να θελήσει να δώσει τέλος στη ζωή της. Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει αυτοκτονικός ιδεασμός. Πάντως, ούτε ο πατέρας δίνει τη γυναίκα του για το έγκλημα. Και από ένα τηλεφώνημα που αποκωδικοποιήθηκε δεν ακούγεται κάτι.

Όταν επέστρεψε και άκουγε τις διάφορες ιστορίες που της έλεγε ο άντρας της, υποπτευόταν διάφορα πράγματα που τα έλεγε από καιρού εις καιρόν, αλλά όχι αυτό. Η συγκάλυψη που έχει γίνει έχει σχέση μόνο με τα όσα συνέβαιναν πριν το έγκλημα. Εκεί υπήρχε συγκάλυψη. Υπήρχε μια συναισθηματικο-σεξουαλικο-κοινωνική σχέση ολέθρια. Μια παράδοξη σχέση δύο ανθρώπων με ουσίες και κακή ζωή. Αλλά το παιδί ζούσε επί τριάμισι χρόνια στη Βουλγαρία. Τρεις μήνες έζησε με αυτούς».

Δύο φορές ζήτησαν οι αξιωματικοί της αστυνομίας να φύγουν οι κάμερες από την αίθουσα όπου θα έκαναν την επίσημη ενημέρωση γύρω από τη δολοφονία και την εξαφάνιση του πτώματος της 4χρονης Άννυ από τον πατέρα της. Ο λόγος; Οι περιγραφές γύρω από τις συνθήκες που έγινε το έγκλημα και τα όσα στη συνέχεια διέπραξε ο πατέρας και δολοφόνος του μικρού κοριτσιού ήταν σοκαριστικά, ακόμη και για τους έμπειρους αξιωματικούς.

Οι τελευταίες ημέρες της 4χρονης Άννυ στο υπόγειο της Μιχαήλ Βόδα έμοιαζαν με μαρτύριο. Είχε έρθει στην Ελλάδα να μείνει με τους γονείς της στα τέλη Φεβρουαρίου, αφού τα πρώτα 3,5 χρόνια της ζωής της τα πέρασε στο σπίτι των γονιών της Ντιμιτρίνα, της μητέρας της, στη Βουλγαρία. Η 25άχρονη έλειπε στο Βερολίνο από τις 20 Μαρτίου, όπου είχε επισκεφτεί ένα φίλο της, κι εκείνη, αφού πρώτα πέρασε κάποιες εβδομάδες στο σπίτι της άλλης γιαγιάς, στο Ρέντη, επέστρεψε στον πατέρα της, Στάνισλαβ Μπακαρτζίεφ.

Ο 27χρονος Βούλγαρος βιαιοπραγούσε εναντίον της κόρης του συχνά, ενώ συνήθιζε να την κάνει μπάνιο με κρύο νερό. Αλλά τα κλάματα της μικρής δεν φαίνονταν να συγκινούν ούτε τον ίδιο, ούτε και κανέναν από τους ενοίκους της πολυκατοικίας. Ήταν σε όλους τους γνωστή η βίαιη συμπεριφορά του εθισμένου στις ναρκωτικές ουσίες. Η μοιραία στιγμή για την Άννυ έμοιαζε αναπόφευκτη, αφού η επιβίωση σε ένα απάνθρωπο περιβάλλον ήταν αδύνατη. Το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής η Άννυ ήταν νεκρή. Κυνικός, απαθής, αδίστακτος, ο Μπακαρτζίεφ αποφάσισε πως έπρεπε να εξαφανίσει την κόρη του. Πήρε μια πλαστική λεκάνη και άρχισε να τεμαχίζει και να πολτοποιεί το πτώμα. Κρέμασε πετσέτες στα παράθυρα για να μη βγαίνουν οι υδρατμοί και πέταξε σε μια κατσαρόλα τα πολτοποιημένα μέλη, μαζί με ρύζι, πατάτες και κρεμμύδια. Επί τρεις ημέρες έβραζε και πετούσε τα μαγειρεμένα μέλη – άλλα στη λεκάνη της τουαλέτας, άλλα σε διάφορους κάδους της γειτονιάς, διπλωμένα σε αλουμινόχαρτο ή μέσα σε πλαστικές σακούλες απορριμμάτων για να μοιάζουν με αποφάγια.

Παράλληλα, προσπαθούσε να καθαρίσει το πλημμυρισμένο με αίματα και αποδεικτικά στοιχεία σπίτι. Πέταξε ό,τι είχε απομείνει από το πτώμα της κόρης του στο σιφόνι της τουαλέτας, αγόρασε ειδικά καθαριστικά, έτριψε τα σιφόνια και τις σωληνώσεις, ενώ κάποιες τις ξήλωσε εντελώς για να τις αντικαταστήσει. Πέταξε ακόμη και τις κουβέρτες και τα χαλιά που έσταζαν αίμα και αγόρασε νέο οικιακό εξοπλισμό. Θεωρώντας πως έχει εξαφανίσει κάθε στοιχείο που θα μπορούσε να τον υποδεικνύει ως δολοφόνο του παιδιού του, ο Μπακαρτζίεφ κάλεσε τον κολλητό του φίλο και συμπατριώτη, Νικολάι, στο σπίτι του. Σε εκείνον εκμυστηρεύτηκε τα πάντα, αφού πρώτα έκαναν χρήση ναρκωτικών ουσιών. Ημέρες αργότερα, εγκατέλειψε το υπόγειο και έμενε πότε στο σπίτι της μητέρας του και πότε σε φτηνά ξενοδοχεία στο Μεταξουργείο. Είχε ήδη πουλήσει το καρότσι και την κούνια για 55 ευρώ σε κάποιο Ρουμάνο που δούλευε σε ένα μαγαζί στη γειτονιά.

Με την επιστροφή της στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου, η μητέρα της Άννυ, Ντιμιτρίνα, έμαθε από το σύζυγό της πως η κόρη της είχε εξαφανιστεί τη 19η Απριλίου, την ώρα που εκείνος κοιμόταν. Ο Μπακαρτζίεφ άλλαζε συνεχώς ιστορίες, το ίδιο έκανε και η μητέρα, όταν αργότερα ήρθε σε επαφή με το Χαμόγελο του Παιδιού. Η «εξαφάνιση» πήρε μεγάλη δημοσιότητα. Ήταν ξεκάθαρο πως το ζευγάρι κάτι έκρυβε, αφού έπεφταν συνεχώς σε αντιφάσεις ή άλλαζαν εντελώς τα δεδομένα της εξαφάνισης στις καταθέσεις τους στην αστυνομία. Τη Δευτέρα 4 Μαΐου η αστυνομία προχώρησε στη σύλληψη του ζευγαριού, με τον 27χρονο να θεωρείται υπεύθυνος για το θάνατο και την εξαφάνιση της σορού της κόρης τους, ενώ η μητέρα για έκθεση ανηλίκου σε κίνδυνο που προκάλεσε το θάνατό του. Το «κλειδί» για να ανοίξει η πόρτα του υπογείου της Μιχαήλ Βόδα έδωσε ο κολλητός φίλος του Μπακαρτζίεφ, Νικολάι, που ομολόγησε τα πάντα στους αστυνομικούς του τμήματος Δίωξης Ανθρωποκτονιών Θεσσαλονίκης, που είχαν μεταβεί στη Βουλγαρία για να του πάρουν κατάθεση. Στο μοιραίο υπόγειο άντρες της Σήμανσης βρήκαν ίχνη από αίμα που ανήκε στην Άννυ σε πολλά σημεία, αλλά τα σύνεργα που χρησιμοποιήθηκαν για τον τεμαχισμό της Άννυ δεν εντοπίστηκαν, αφού ο 27χρονος είχε φροντίσει να τα ξεφορτωθεί.

Ο Στάνισλαβ Μπακαρτζίεφ δεν παραδέχτηκε πως σκότωσε την 4χρονη κόρη του. Υποστήριξε πως το κοριτσάκι ήταν άρρωστο, πως τη βρήκε νεκρή και πως αποφάσισε να την εξαφανίσει, γιατί πίστευε πως η Ντιμιτρίνα, η μητέρα της 4χρονης, θα τον εγκατέλειπε αν μάθαινε πως το παιδί πέθανε στα χέρια του. Ο ίδιος ήταν αμετανόητος, ψυχρός και απόμακρος. «Το μόνο που θέλω είναι ένα φραπέ γλυκό, ψωμί και να με πας για τη δόση μου» είπε σε αστυνομικό.

Αυτό που προξενεί εντύπωση είναι πώς ένας τόσο συναισθηματικά ασταθής χαρακτήρας, χρόνιος χρήστης ναρκωτικών, τεμάχισε με κυνισμό και μεθοδικότητα, προσπάθησε να εξαφανίσει όλα εκείνα τα στοιχεία που θα οδηγούσαν τις Αρχές στον ίδιο και στη συνέχεια εμφανίστηκε να αγωνιά, στο πλευρό της μητέρας.

Το People ζήτησε από τον ψυχίατρο Δημήτρη Σούρα να σκιαγραφήσει το προφίλ του πατέρα: «Αυτό το πράγμα είναι μοναδικό. Είναι πρωτοφανές στα παγκόσμια δεδομένα. Δεν μπορώ να το εξηγήσω γιατί αφενός δεν τον έχω εξετάσει ποτέ και δεν ξέρω το χαρακτήρα και την προσωπικότητά του. Κάποιος που θα ασχοληθεί επιμελώς μαζί του μπορεί να τον περιγράψει. Δεύτερον, επειδή δεν έχει υπάρξει ξανά αυτό το πράγμα. Ξεφεύγει από τα όρια. Τον βγάζεις ψυχοπαθητικό; Ναι, μπορεί να σκοτώσει. Τον βγάζεις δολοφόνο; Ναι. Αλλά μετά; Όλα τα άλλα; Η ψυχραιμία; Η τελετουργία; Αυτό όλο που έγινε συνέβη σε τρεις ημέρες. Και μετά πήγε και τα εξομολογήθηκε όλα σε ένα φίλο του, αφού πήραν πρέζα πρώτα. Δεν είναι ο serial killer που έχει μελετηθεί και ξαναμελετηθεί. Δεν είναι ο παρανοϊκός δολοφόνος που σκοτώνει με συγκεκριμένο τρόπο. Εδώ έχουμε κάτι τελείως πρωτόγνωρο».

O ψυχίατρος Δημήτρης Σούρας διηγείται στο People:
«Ο Σταύρος Γεωργίου είχε αναλάβει δικηγόρος του πατέρα της Άννυ, όταν αστυνομικοί είχαν βρει τέσσερα ψυχιατρικά σκευάσματα πάνω του χωρίς ψυχιατρική συνταγή και με ήθελε τεχνικό σύμβουλο για την ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη. Μου είπε πως είναι ένα ζευγάρι παράξενο, πως ο πατέρας είναι χρήστης ουσιών και δέρνει τη μητέρα. Μου ζήτησε μάλιστα να τον δω, γιατί δεν τον έπειθαν τα όσα υποστήριζε. Το απόγευμα της Δευτέρας ήταν προγραμματισμένο το πρώτο ραντεβού με τον πατέρα, αλλά συνελήφθη και ομολόγησε. Το ίδιο απόγευμα μου τηλεφωνεί ο Γεωργίου και μου ζητάει να δω τη μητέρα της Άννυ. Έφτασα δεκαπέντε λεπτά αφότου ο Γεωργίου τής είχε ανακοινώσει πως η κόρη της ήταν νεκρή και δολοφόνος ήταν ο πατέρας. Εκεί είδα μπροστά μου μια γυναίκα καταβεβλημένη, αποπροσανατολισμένη… Δεν ήξερε καν πού βρισκόταν. Μιλούσε πότε στο σκυλάκι που κρατούσε στο ένα χέρι και πότε σε μια φωτογραφία της Άννυ που είχε στο κινητό της και το κρατούσε στο άλλο χέρι. Δεν κατάλαβε τίποτε από όσα της είπα. Είχε άρνηση. Μου έλεγε “Περιμένω το παιδί μου να έρθει αύριο να μιλήσουμε. Οπωσδήποτε θα μου φέρει ο άντρας μου το παιδί μου”. Την αντιμετώπισα φαρμακευτικά και σε είκοσι λεπτά που άνοιξα την πόρτα του δωματίου όπου την έβαλα να κοιμηθεί εκείνη ακόμη μιλούσε στη φωτογραφία της Άννυ που είχε στο κινητό της νανουρίζοντας το σκυλάκι.

Ο ανθρώπινος πόνος έχει πολλές εκφάνσεις. Μπορεί να εκφράζεται με φωνές και ουρλιαχτά, χειρονομίες. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει και ο ανθρώπινος πόνος που εκδηλώνεται με την απόλυτη σιωπή, το απλανές βλέμμα και με χαρακτηριστικά που φανερώνουν πως ο άνθρωπος δεν ζει στο χρόνο που ζούμε. Είναι χαμένος. Τέτοια ήταν η περίπτωση της μητέρας της Άννυ. Τη ρώτησα αν ο άντρας της έπαιρνε ψυχιατρικά φάρμακα και μου απάντησε “ποτέ”. Μου είπε πως ήταν χρήστης ουσιών και βίαιος.

Στο κρατητήριο της ΓΑΔΑ, όταν πήγαμε αργότερα, εξακολουθούσε να είναι στην ίδια κατάσταση. Το ίδιο βράδυ, στις 23.30, της είπα τα πάντα σχετικά με την υπόθεση. Τα πάντα, με κάθε λεπτομέρεια. Τότε ήταν που τα έμαθε όλα. Είχε αντίληψη, αν και φαινόταν χαμένη. “Ένα κομμάτι της θα βρούμε να θάψω;” με ρώτησε. Της απάντησα πως δεν το ξέραμε, “αλλά αυτό που με ενδιαφέρει είναι να πενθήσεις, να στενοχωρηθείς και να θυμώσεις”. Και μάλιστα χτύπησα τόσο δυνατά το χέρι μου, που ήρθαν όλοι οι αστυνομικοί του ορόφου. Έβαλα τις φωνές για να την κάνω να συνέλθει. Ονομάζεται κατακλυσμιαία μέθοδος αυτή: Βάζεις τον άλλον αντιμέτωπο με την αλήθεια, για να τον κάνεις να συνέλθει. Και έπιασε. Συνήλθε αμέσως. Φώναζε “τι μου λέτε, τι είναι αυτά;”, μισά βουλγάρικα, μισά ελληνικά. Ενεργοποίησα το συναίσθημά της. Παρ’ όλα αυτά, έχω ερωτήματα και αμφιβολίες.

Από τη συμπεριφορά της φαίνεται πως η γυναίκα δεν ήξερε τίποτε. Αν όλος αυτός ο πόνος που φαίνεται να νιώθει δεν είναι θέατρο –που αν είναι, θα το καταγγείλω και θα φύγω–, τότε αυτή είναι μια γυναίκα που μπορεί να αναπτύξει ψυχική νόσο, ακόμη και να θελήσει να δώσει τέλος στη ζωή της. Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει αυτοκτονικός ιδεασμός. Πάντως, ούτε ο πατέρας δίνει τη γυναίκα του για το έγκλημα. Και από ένα τηλεφώνημα που αποκωδικοποιήθηκε δεν ακούγεται κάτι.

Όταν επέστρεψε και άκουγε τις διάφορες ιστορίες που της έλεγε ο άντρας της, υποπτευόταν διάφορα πράγματα που τα έλεγε από καιρού εις καιρόν, αλλά όχι αυτό. Η συγκάλυψη που έχει γίνει έχει σχέση μόνο με τα όσα συνέβαιναν πριν το έγκλημα. Εκεί υπήρχε συγκάλυψη. Υπήρχε μια συναισθηματικο-σεξουαλικο-κοινωνική σχέση ολέθρια. Μια παράδοξη σχέση δύο ανθρώπων με ουσίες και κακή ζωή. Αλλά το παιδί ζούσε επί τριάμισι χρόνια στη Βουλγαρία. Τρεις μήνες έζησε με αυτούς».

Αν σας άρεσε το άρθρο , κάντε Like στη σελίδα μας

Focus Music το καλύτερο ραδιόφωνο

Πηγή: protothema.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here